Ελληνοβουδισμός

ελληνοβουδισμος | Theravada
Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν σήμερα, ότι οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι οι οποίοι ασπάσθηκαν τον Βουδισμό αιώνες πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, καθώς και ότι Ελληνικής καταγωγής ήταν οι πρώτοι γλύπτες οι οποίοι απεικόνισαν τον Βούδα σε μορφή αγαλμάτων.

 

Ακόμα λιγότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι οι Έλληνες των Ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας ήταν εκείνοι οι οποίοι έπαιξαν πολύ βασικό ρόλο στη διάδοση του Βουδισμού στη Κίνα και στις χώρες της Ανατολικής Ασίας.

 

Ελάχιστοι δε είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι ο ίδιος ο Βούδας περίπου τον πέμπτο αιώνα π.Χ. σε μία από τις διδασκαλίες του αναφέρθηκε στους Έλληνες (Yonas, στα Ινδικά της εποχής), όταν συνέκρινε τις κοινωνικές τάξεις στην Ινδία με αυτές των Ελλήνων οι οποίες είχαν δικαιότερη δομή και δημοκρατικότερη λειτουργία συγκριτικά με το σύστημα των Ινδικών καστών (Assalayana Sutta, MN93).

 

Για αναλυτικότερες πληροφορίες για αυτό το σημαντικό κομμάτι της Ελληνικής ιστορίας μπορείτε να διαβάσετε το παρακάτω κείμενο που έγραψε ο κύριος Δημήτριος Μπεξής:

 

Η ΙΝΔΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ
Για να γίνουν περισσότερο κατανοητά τα σημαντικότατα Ιστορικά γεγονότα που θα αφηγηθούμε στην συνέχεια, οφείλουμε να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο τι συνέβη στις κατακτηθείσες από τον Μέγα Αλέξανδρο Ινδικές χώρες στο διάστημα που μεσολάβησε από την επιστροφή του Αλεξάνδρου στην Βαβυλώνα, έως και την ίδρυση του Ελληνοϊνδικού βασιλείου.

 

Μετά από την αποχώρηση του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πολύ γρήγορα (320 π.χ.), οι κατακτημένες περιοχές επανήλθαν κάτω από τον έλεγχο μιας νέας Ινδικής δυναστείας, εκείνης των Μαουρύα που ίδρυσε ο Τσαντραγκούπτα (Chandragupta). Ο γνωστός και ως Σανδράκοττος των αρχαίων ελληνικών πηγών, όταν ήταν 15 χρονών είχε ζήσει ένα διάστημα στο ελληνικό στρατόπεδο στα Τάξιλα, είτε ως φυγάς η ως εξόριστος, όπου και γνώρισε τον Αλέξανδρο. Η επίδραση που άσκησε ο μεγάλος Μακεδόνας κατακτητής στον νεαρό πρέπει να ήταν καταλυτική, αν κρίνουμε από τον τρόπο που οργάνωσε και επέκτεινε την αυτοκρατορία του σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Σύντομα ξέσπασε πόλεμος με τους πρώην επικυρίαρχους Σελευκίδες, που αναγκάστηκαν τελικά να αποδεχθούν την νέα πραγματικότητα και να συμβιβαστούν με μια «επιγαμία» ανάμεσα στους δύο βασιλικούς οίκους και την ανταλλαγή πρέσβεων. Ο Έλληνας απεσταλμένος Μεγασθένης, πέρασε πολλά χρόνια στην Παλίμβοθρα (σημερινή Πάτνα – Patna), πρωτεύουσα των Μαούρυα και κατέγραψε τις παρατηρήσεις του σε ένα σύγγραμμα με τον τίτλο «Ινδικά» το οποίο δυστυχώς σήμερα έχει απωλεσθεί στην ολοκληρία του.

 

Οι επαφές των Ινδών με τον Ελληνιστικό κόσμο ήταν συχνές και οι σχέσεις με την Βακτριανή φιλικές έως και συμμαχικές. Εδώ δεν θα έπρεπε να παραγνωριστεί ο ρόλος που έπαιξε ο σημαντικός αριθμός των ελλήνων άποικων που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές εκείνες ανάμεσα στους ιθαγενείς πληθυσμούς. Οι ινδικές κατακτήσεις δεν προεξοφλούσαν ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί εξοντώθηκαν ή εκδιώχθηκαν. Το αντίθετο, παρέμειναν, και συνετέλεσαν τα μέγιστα στα όσα εκπληκτικά και αξιοθαύμαστα εξελίχθηκαν τους επόμενους αιώνες.

 

ΑΣΟΚΑ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΙΣΜΟΥ
Ο εγγονός του Τσαντραγκούπτα, Ασόκα, μια ιστορική φιγούρα που αποτελεί για τον Βουδισμό, ό,τι αποτελεί για τον Χριστιανισμό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Α’, ανήλθε στην εξουσία γύρω στο 270 π.Χ. και η βασιλεία του συνδέεται με το απώγειο της ισχύος των Μαούρυα.

 

Ύστερα από έναν ανελέητο και πολύνεκρο πόλεμο, ο Ασόκα υπέστη μία προσωπική μεταμόρφωση και από αιματοβαμμένος κατακτητής έγινε φιλειρηνικός και αγαθός ηγεμόνας. Προφανώς έπαιξε ρόλο ο πρόσφατος προσηλυτισμός του στον Βουδισμό, μια θρησκεία που τότε αριθμούσε σχετικά μικρό αριθμό πιστών, και μόνο μέσα στα στενά όρια της Ινδίας. Αυτό όμως επρόκειτο ν’ αλλάξει σύντομα γιατί ο Ασόκα φρόντισε να κάνει σκοπό της ζωής του την επικράτηση και την εξάπλωση της θρησκείας του μέσα από μια οργανωμένη και ευρεία ιεραποστολική επιχείρηση που στόχευε περισσότερο στους ελληνιστικούς πληθυσμούς παρά στους βαθιά προσηλωμένους στην μακραίωνη Ινδουιστική θρησκευτική παράδοση Ινδούς.

 

Σύμφωνα με τα Διατάγματα του Ασόκα, ορισμένα εκ των όποιων είναι γραμμένα στα Ελληνικά, Βουδιστές ιεραπόστολοι απεστάλησαν στις Ελληνικές χώρες από την Ασία έως και την Μεσόγειο Θάλασσα. Τα διατάγματα που αντιπροσωπεύουν τα πρώτα γραπτά μνημεία του Βουδισμού, αναφέρουν τα ονόματα των ηγεμόνων της Ελληνιστικής Οικουμένης της εποχής: Amtiyoko (Αντίοχος Β’ Ο Θεός – Σελευκίδες), Turamaye (Πτολεμαίος Φιλάδελφος – Αίγυπτος), Atiyokena (Αντίγονος Β’ Γονατάς – Μακεδονία), Maka (Μάγας ο Κυρηναίος – Κυρηναϊκή) και Alikasudaro (Αλέξανδρος & της Ηπείρου).Σύμφωνα με τα Διατάγματα του Ασόκα, ορισμένα εκ των οποίων είναι γραμμένα στα Ελληνικά, Βουδιστές Ιεραπόστολοι απεστάλησαν στις Ελληνικές χώρες. Ορισμένοι εκ των απεσταλμένων του Ασόκα, ήταν Βουδιστές μοναχοί ελληνικής καταγωγής:

 

…και στις Δυτικές χώρες έστειλε τον Έλληνα (Γιόνα) Νταμμαρακχίτα (Ντάρμαρακσιτα)

 

… (Mahavamsa, XII)

 

Στο ίδιο κείμενο ο εν λόγω ιεραπόστολος ηγείται μιας ομάδας Ελλήνων βουδιστών μοναχών που ίδρυσαν μια από τις πρωταρχικές Βουδιστικές Σχολές, την Νταρμαγκουπτάκα, μια σχολή που έπαιξε εξέχοντα ρόλο στην διαμόρφωση του Βουδισμού της Κεντρικής Ασίας και της Κίνας, οι μοναστικοί κανόνες της οποίας συνεχίζουν να ισχύουν ακόμη και σήμερα σε χώρες της Άπω Ανατολής όπως η Κίνα, το Βιετνάμ, η Κορέα και η Ιαπωνία. Η σχολή αυτή επικεντρώθηκε περισσότερο από τις άλλες στην διάδοση του Βουδισμού εκτός της Ινδίας, στην Κεντρική Ασία και την Κίνα με πολύ επιτυχημένα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, οι χώρες που υιοθέτησαν τον Βουδισμό από την Κίνα ακολουθούν την σχολή Νταρμαγκουπτάκα.

 

Πιθανόν η Βουδιστική σκέψη να είχε επηρεάσει την ελληνική, ακόμη παλαιότερα από την εποχή του Ασόκα. Στο εκστρατευτικό σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπήρχαν και φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων ο Πύρρων, ο Ανάξαρχος και ο Ονησίκριτος. Κατά την διάρκεια των 18 μηνών που βρέθηκαν στην Ινδία, ήρθαν σε επαφή με Ινδούς ασκητές τους όποιους οι Έλληνες αποκαλούσαν Γυμνοσοφιστές. Ο Πύρρων όταν γύρισε στην Ελλάδα δίδαξε μια φιλοσοφία που αργότερα έγινε γνωστή ως Πυρρωνισμός, η πρώτη Σκεπτικιστική Σχολή στην Δύση. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο η αταραξία και η απαγκίστρωση από τα εγκόσμια που χαρακτήριζαν την φιλοσοφία του Πύρρωνα είχαν αποκτηθεί στην Ινδία. Ο Ανάξαρχος, που θεωρείται πρόδρομος του Πυρωνισμού, είχε κάποτε πει στον Αλέξανδρο ότι υπάρχουν άπειροι κόσμοι, δυσαρεστώντας τον, αφού δεν είχε προλάβει ακόμη να κατακτήσει ούτε έναν. Τέλος, ο κυνικός φιλόσοφος Ονησίκριτος, σύμφωνα με τον Στράβωνα, είχε μάθει στην Ινδία τις ακόλουθες αρχές : «Τίποτε απ’ όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι καλό η κακό, αφού οι απόψεις δεν είναι παρά όνειρα… Η καλύτερη φιλοσοφία είναι εκείνη που απελευθερώνει το νου από την ηδονή και τον πόνο».

 

Οι Έλληνες της Βακτριανής πιθανότατα δέχτηκαν τους βουδιστές απεσταλμένους και τις θρησκευτικές τους ιδέες στο πνεύμα της ανεξιθρησκείας που τους διέκρινε και σίγουρα διατηρούσαν επαφές με τους Βουδιστές ομοεθνείς τους στην επικράτεια των Μαουρύα η οποία, όπως όλα δείχνουν, βρισκόταν κάτω από την πολιτισμική και καλλιτεχνική ακτινοβολία του Ελληνοβακτριανού βασιλείου. Όταν αργότερα γύρω στο 180 π.Χ, η αυτοκρατορία των Μαουρύα καταλύθηκε, οι Ελληνοβακτριανοί ( όπως προαναφέρθηκε ) επεκτάθηκαν στην Ινδία, όπου και ίδρυσαν ένα Βασίλειο, υπό την σκέπη του οποίου ο Βουδισμός θα έβρισκε τις κατάλληλες συνθήκες άνθησης.

 

ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΪΝΔΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΙΣΜΟΥ
Σύμφωνα με αφηγήσεις, ο Τσαντραγκούπτα συχνά έλεγε στους Έλληνες συνδαιτυμόνες του: «Όταν ήμουν νέος γνώρισα τον Αλέξανδρο. Αν ήξερε μόνο πόσο κοντά βρισκόταν στο να γίνει κύριος ολόκληρης της Ινδίας! Ο βασιλιάς της ήταν πολύ μισητός, όχι μόνο για τον χαρακτήρα του, αλλά και για την ταπεινή του καταγωγή».

 

Εκείνο που δεν έκανε πράξη ο Αλέξανδρος, το κατάφερε ο γιος του Ευθυδήμου Δημήτριος ο Α’, εισβάλλοντας στην Ινδία και κατακτώντας ένα μεγάλο τμήμα στα βορειοδυτικά της χερσονήσου. Με τον Δημήτριο μπαίνουμε σε μια νέα σελίδα της εποποιίας των Ελλήνων στην Ασία, μια σελίδα που χάραξε ανεξίτηλα το ελληνικό όνομα στην Ινδική ιστορία με συνέπειες ορατές ακόμη και σήμερα. Το βασίλειο που ίδρυσε ο Δημήτριος, το περίφημο Ελληνοϊνδικό Βασίλειο, προοριζόταν να παίξει καταλυτικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις της πολιτικής και θρησκευτικής ιστορίας όχι μόνο της Ινδίας αλλά και ολόκληρης της Ασίας.

 

Οι ίδιοι οι Ινδοί μιλάνε για την Εποχή των Γιαβάνα, έναν όρο που χρησιμοποιείται στην Ινδική χερσόνησο από τον 2ο αιώνα π.Χ. μέχρι και για πολλούς αιώνες αργότερα. Η εποχή αυτή θεωρούν ότι ξεκίνησε γύρω στο 186 π.Χ., δηλαδή περίπου όταν ανήλθε στον Ελληνοβακτριανό θρόνο ο Δημήτριος και άρχισε να προετοιμάζει την εκστρατεία στην Ινδία.

 

Το γεγονός που προκάλεσε την ελληνική επέμβαση ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, η κατάλυση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα από μια άλλη Ινδική δυναστεία, εκείνη των Σούνγκα, οι οποίοι ευνοούσαν τις αρχαίες Ινδουιστικές παραδόσεις εις βάρος του Βουδισμού. Σύμφωνα με βουδιστικές πηγές το νέο καθεστώς ήταν ανοιχτά εχθρικό απέναντι στον Βουδισμό, ο οποίος υπέστη διώξεις και ένας μεγάλος αριθμός από βουδιστικά μοναστήρια μετατράπηκαν σε Ινδουιστικούς ναούς. Ορισμένες Πουρανικές πηγές ( Πουράνες: συλλογές κειμένων της ινδικής θρησκευτικής φιλολογίας) αναφέρονται στην αναβίωση του Βραχμανισμού (Η παραδοσιακή Ινδική θρησκεία) εκείνη την εποχή, καθώς και στην σφαγή εκατομμυρίων βουδιστών. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι Έλληνες της Βακτριανής εισέβαλαν στην Ινδία για να προστατεύσουν τους ελληνικούς αλλά και τους βουδιστικούς πληθυσμούς της χώρας από τους διωγμούς των Σούνγκα.

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στο Ελληνοϊνδικό Βασίλειο ο Βουδισμός ευδοκίμησε και μέσα στο πνεύμα συγκρητισμού ανάμεσα στον Ελληνικό πολιτισμό και την Βουδιστική παράδοση άνθησε, και καρπός αυτών των γόνιμων ζυμώσεων είναι ο Έλληνοβουδισμός. Κατά την διάρκεια των δύο αιώνων κυριαρχίας τους, οι περισσότεροι από τριάντα Έλληνες βασιλείς της Ινδίας ανέμιξαν την ελληνική και την ινδική γλώσσα καθώς και σύμβολα και ιδέες των δύο παραδόσεων, όπως αποδεικνύουν τα νομίσματα τους και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η εξάπλωση του Ελληνοβουδισμού είχε επιπτώσεις ορατές έως και σήμερα, ιδιαίτερα μέσα από την επιρροή της Έλληνοβουδιστικής τέχνης στις τέχνες των χωρών της Άπω Ανατολής.

 

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΒΟΥΔΙΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ο επόμενος σημαντικός Ελληνο-ϊνδός βασιλέας ήταν ο Μένανδρος ο Α (γύρω στο 165 π.χ.) ο όποιος έχει περιγραφεί ως ο μεγαλύτερος των Ελληνο-Ινδών βασιλέων. Ο Μένανδρος φαίνεται ότι ξεκίνησε ένα δεύτερο κύμα κατακτήσεων επεκτείνοντας το βασίλειο του προς τα Ανατολικά φθάνοντας πιθανότατα και μέχρι την Παταλιπούτρα στην ανατολική κοιλάδα του Γάγγη.

 

Ο Μένανδρος προσηλυτίστηκε στον Βουδισμό από τον Ναγκασένα, που ήταν μαθητής του προαναφερθέντα Έλληνα ιεραπόστολου του Ασόκα, Νταρμαρακσίτα. Ο διάλογος του Μιλίντα, (όπως είναι γνωστός ο Μένανδρος στον Βουδισμό) με τον Ναγκασένα, αποτελεί το θέμα του βουδιστικού κειμένου Μιλίντα Πάνχα. Ο Μένανδρος λέγεται ότι έφτασε στην φώτιση υπό τις οδηγίες του Ναγκασένα και θεωρείται ένας άπό τους μεγάλους προστάτες του Βουδισμού. Είναι πιθανόν ο Μένανδρος να άσκησε κάποιο προσηλυτιστικό έργο καθώς κατά την διάρκεια της βασιλείας του, ο Μαχανταρμαρακσίτα, ένας Έλληνας βουδιστής οδήγησε 30.000 μοναχούς, από «την Ελληνική πόλη Αλασάντρα» (Αλεξάνδρεια η επί του Καυκάσου, περίπου 150 χμ. βόρεια της σημερινής πρωτεύουσας του Αφγανιστάν Καμπούλ), στην Κεϋλάνη (Σρι Λάνκα) για την ίδρυση ενός πολύ σημαντικού βουδιστικού ιερού.Ό Μένανδρος ο μεγαλύτερος των Ελληνο-Ινδών βασιλέων προσηλυτίστηκε στον Βουδισμό όπου και είναι γνωστός ως Μιλίντα.

 

Η ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΓΚΑΝΤΑΡΑ ΚΑΙ Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΙΣΜΟΥ ΣΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗ
Επίκεντρο του Ελληνοβουδισμού ήταν πρωταρχικά η περιοχή Γκαντάρα, στο σημερινό βόρειο Πακιστάν, πριν επεκταθεί περαιτέρω στην Ινδία, επηρεάζοντας την τέχνη των Μαθούρα και από εκεί, την Ινδουιστική τέχνη της αυτοκρατορίας των Γκούπτα, που έμελλε να επεκταθεί στην υπόλοιπη νοτιοανατολική Ασία (Καμπότζη, Λάος, Ταϊλάνδη, Βιετνάμ).

 

Η επιρροή της Ελληνοβουδιστικής τέχνης διαχύθηκε βόρεια προς την Κεντρική Ασία, μέσω της διάδοσης των βουδιστικών ιδεών από Ελληνοβουδιστές μοναχούς της Γκαντάρα, ασκώντας ισχυρή επίδραση στην τέχνη του Λεκανοπέδιου Ταρίμ και από εκεί στις τέχνες της Κίνας, της Κορέας και της Ιαπωνίας. Στους επόμενους αιώνες, Ελληνοβουδιστές μοναχοί, όπως ο Λοκακσέμα, ταξίδεψαν στην κινέζικη πόλη Λογιάνκ όπου και έγιναν οι πρώτοι μεταφραστές βουδιστικών γραφών στα κινέζικα. Ακόμη κι ο Μποντιντάρμα, (ιδρυτής του Βουδισμού Τσάν, που αργότερα ονομάστηκε Ζέν, και σύμφωνα με την παράδοση εμπνευστής του Σαολΐν Κούνκ Φού), περιγράφεται από κινέζικες πηγές ως βουδιστής μοναχός από την Κεντρική Ασία με γαλάζια μάτια. Σύμφωνα με άλλες κινέζικες πηγές, πέντε μοναχοί από την Γκαντάρα ταξίδεψαν στην χώρα του Φουσάνκ, πέρα από την θάλασσα (Ιαπωνία), όπου και δίδαξαν τον Βουδισμό.

 

Στην τέχνη της Γκαντάρα ανήκουν οι πρώτες ανθρωπομορφικές αναπαραστάσεις του Βούδα που κατά γενική ομολογία θεωρούνται αποτέλεσμα ελληνικής επιρροής. Πριν από αυτή την καινοτομία, η βουδιστική τέχνη ήταν ανεικονική με τον Βούδα να απεικονίζεται μέσω των συμβόλων του (ένας άδειος θρόνος, το ιερό δέντρο Μπόντι, τα αποτυπώματα του Βούδα ή τον Τροχό Ντάρματσακρα). Αυτό οφειλόταν κυρίως σε μία ρήση του Βούδα που αποθάρρυνε αναπαραστάσεις του ύστερα από τον αφανισμό του σώματος του. Οι Έλληνες προφανώς δεν ένιωθαν δεσμευμένοι από αυτούς τους περιορισμούς και έξ αιτίας της μορφολατρείας τους ήταν οι πρώτοι που επιχείρησαν την γλυπτική αναπαράσταση του Βούδα. Πολλά στοιχεία σε αυτά τα αγάλματα προδίδουν την ελληνική επίδραση όπως το ελληνικό ιμάτιον, η αντίρροπη στάση (κοντραπόστο) των όρθιων αγαλμάτων, τα τυποποιημένα σγουρά μαλλιά και η υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας ρεαλιστική απόδοση των προσώπων. Τα πρώτα γνωστά αγάλματα του Βούδα είναι πολύ πιο ρεαλιστικά και Ελληνιστικής τεχνοτροπίας καθώς και πιο συνεπή με το προ του 50 π.Χ. καλλιτεχνικό επίπεδο που παρουσιάζουν τα νομίσματα. Από το γεγονός αυτό εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα πρώτα αγάλματα δημιουργήθηκαν μεταξύ του 130 π.Χ. (θάνατος Μενάνδρου) και 50 π.Χ., ακριβώς την εποχή που αρχίζει να εμφανίζεται βουδιστικός συμβολισμός στα Ελληνοϊνδικά νομίσματα. Από την εποχή εκείνη κι ύστερα ο Μένανδρος και οι διάδοχοι του πιθανόν να ήταν οι κύριοι διασπορείς των βουδιστικών ιδεών και αναπαραστάσεων.

 

Η ελληνική επιρροή στην αναπαράσταση του Βούδα έκανε δυνατή, μέσω ενός εξιδανικευμένου ρεαλισμού, μια πολύ προσβάσιμη, κατανοητή και ελκυστική απεικόνιση του απώτερου σταδίου της φώτισης όπως την περιγράφει ο Βουδισμός, δίνοντας του την δυνατότητα να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό. Διαπιστώνοντας για άλλη μια φορά ότι μια από τις μεγαλύτερες συνεισφορές των προγόνων μας στην ανθρωπότητα ήταν ο Εξανθρωπισμός του Θείου, όχι βέβαια ως υποβάθμιση του Θεού, αλλά κυρίως ως μέσο αναβάθμισης του Ανθρώπου.