Ο Ιστορικός Βούδας

Ο όρος «Ιστορικός Βούδας» (Shakyamuni Buddha) αναφέρεται στον Βούδα Σιντάρτα Γκαουτάμα (Siddhārtha Gautama) ο οποίος γεννήθηκε στη Βόρεια Ινδία περίπου 2.500 χρόνια πριν (περίπου το 600 π.Χ). και η διδασκαλία του οποίου συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο ακριβής τόπος γέννησής του θεωρείται ο κήπος Lumbini, ο οποίος σήμερα βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα του Ιμαλαϊκού Βασιλείου του Νεπάλ. Πατέρας Γκαουτάμα ήταν ο Σουντοντάνα (Suddhodana), ένας από τους τοπικούς άρχοντες της ολιγαρχίας των Σάκυα (Sakyas). Πολλά βιβλία αναφέρουν ότι ο πατέρας του Βούδα ήταν βασιλιάς αυτό όμως δεν ισχύει γιατί το πολίτευμα των Σάκυα ήταν ολιγαρχικό και το κρατίδιο αυτό ανήκε στο Βασίλειο των Κοσάλα.

Όταν γεννήθηκε ο Γκαουτάμα ένας σοφός προέβλεψε ότι θα γινόταν ένας μεγάλος πνευματικός δάσκαλος. Ο άρχοντας Σουντοντάνα, γνωρίζοντας ότι οι οδύνες της ζωής θα ήταν αυτές που θα τον οδηγούσαν στη πνευματική ζωή προσπάθησε με κάθε τρόπο να κρατήσει έξω από τη ζωή του νεαρού ευγενή οποιαδήποτε μορφή πόνου «φυλακίζοντάς» τον σε ένα κόσμο ασφάλειας και πολυτέλειας. Ο Γκαουτάμα ζούσε σε όμορφα και πλούσια αρχοντικά, φορούσε ρούχα από τα πιο υπέροχα υλικά, έτρωγε μόνο τα καλύτερα φαγητά και γενικά διασκέδαζε και απολάμβανε τις μεγαλύτερες απολαύσεις. Όταν μεγάλωσε ο Γκαουτάμα παντρεύτηκε μια νεαρή ευγενή, τη Γιοσοντάρα (Yasodhara), που του χάρισε ένα γιο, τον Ραχούλα (Rahula).

Μια μέρα ο Γκαουτάμα έπεισε τον ηνίοχό του να τον οδηγήσει στην κοντινή πόλη, όπου δεν είχε πάει ποτέ μέχρι τότε. Στο πρώτο ταξίδι συνάντησε έναν γέρο, στο δεύτερο έναν άρρωστο, και στο τρίτο συναντήθηκε με μια ομάδα ανθρώπων που πήγαιναν ένα πτώμα προς καύση. Ο Γκαουτάμα μην έχοντας αντικρύσει γήρας, ασθένεια και θάνατο ποτέ πριν συγκλονίστηκε τόσο βαθιά ώστε η ζωή του ευγενή δεν ήταν πλέον ευχάριστη ή ακόμα και ανεκτή γι’ αυτόν. Τον προβλημάτιζε πολύ  η έννοια της οδύνης και ο τρόπος τερματισμού της.

Στο τέταρτο ταξίδι του στην πόλη συνάντησε ένα περιπλανώμενο ασκητή, που είχε εγκαταλείψει τα πάντα για να ακολουθήσει τη πνευματική ζωή. Παρά το γεγονός ότι δεν κατείχε κανένα υλικό αγαθό, αυτός άνθρωπος ακτινοβολούσε μια ηρεμία που υποδήλωνε στον Γκαουτάμα ότι είχε κατά κάποιον τρόπο εξοικειωθεί με τη δυσάρεστη έννοια της οδύνης. Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα του ασκητή. Ξεγλίστρησε από το αρχοντικό τη νύχτα, αντάλλαξε τα υπέροχα μεταξωτά του ρούχα για το απλό πορτοκαλί ενός ιερού άνδρα και έκοψε όλα τα όμορφα μαύρα μαλλιά του. Στη συνέχεια, μην έχοντας τίποτε άλλο μαζί του από ένα δοχείο για ελεημοσύνη ώστε να του προσφέρουν φαγητό, ξεκίνησε την μεγάλη του αναζήτηση.

Ο Γκαουτάμα πήγε σε όλους τους διάσημους πνευματικούς δασκάλους της εποχής του και έμαθε ό,τι μπορούσαν να του διδάξουν. Κατά τη διαδικασία, υπέβαλε το σώμα του σε μεγάλες δοκιμασίες μέσω της νηστείας και των ασκητικών πρακτικών. Ζούσε σε δάση, καιγόταν στη ζέστη του μεσημεριανού ήλιου και πάγωνε τη νύχτα. Κοιμόταν σε κρεβάτια από αγκάθια. Διανυκτέρευε ακόμη και σε νεκροταφεία. Υπέβαλε τον εαυτό του σε τόση πείνα ώστε έγινε τόσο λεπτός που αν άγγιζε το στομάχι του μπορούσε να νιώσει τη ραχοκοκαλιά του. Παρόλα ταύτα, ακόμη δεν είχε καταφέρει να απαντήσει το θεμελιώδες του ερώτημα – ποια ήταν τα αίτια της ανθρώπινης οδύνης. Συνειδητοποίησε ότι εάν συνέχιζε με αυτόν τον τρόπο μάλλον θα πέθαινε πριν βρει την απάντηση.

Αποφάσισε λοιπόν να τραβήξει μια μέση οδό ανάμεσα στην πολυτέλεια και τη λιτότητα. Πήρε λίγο φαγητό (προς αποτροπιασμό των συνοδοιπόρων του ασκητών που αμέσως απομακρύνθηκαν από κοντά του) και κάθισε ακίνητος κάτω από ένα μεγάλο δέντρο Bodhi σε ένα μέρος που σήμερα ονομάζεται Bodh Gaya. Ήταν αποφασισμένος να καθίσει εκεί μέχρι να βρει μια απάντηση ή να πεθάνει προσπαθώντας.

Τη νύχτα της Μαγιάτικης πανσελήνου, ο Γκαουτάμα έπεσε σε βαθύ διαλογισμό και αποκαλύφθηκαν μπροστά του νέες γνώσεις. Κατά την πρώτη περίοδο της νύχτας είδε τις προηγούμενες ζωές του, κατά τη δέυτερη περίοδο της νύχτας κατανόησε το Νόμο του Κάρμα και στη τρίτη περίοδο της νύχτας συνειδητοποίησε τις «Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες» και απαλάχθηκε από κάθε επιθυμία, προσκόλληση στην ύπαρξη και σε ψευδείς ή σταθερές απόψεις. Καθώς το πρωινό αστέρι ανέτειλε,  ο Γκαουτάμα πλέον έγινε ο Βούδας «Ο Αφυπνισμένος». Είχε δει τα πράγματα όπως είναι πραγματικά, έφθασε στην Φώτιση.

Αρχικά ο Βούδας δίσταζε να διδάξει σε άλλους ανθρώπους για το τι είχε ανακαλύψει φοβούμενος ότι δεν θα τον καταλάβαιναν. Πεπεισμένος όμως ότι υπήρχαν κάποιοι «με λίγη σκόνη στα μάτια» που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τα λεγόμενά του πήγε στην Isipatana (σύγχρονο Sarnath, κοντά στο Benares (Varanasi)), όπου έδωσε το πρώτο του κήρυγμα σε ένα Deer Park στους πέντε συν-ασκητές που τον είχαν εγκαταλείψει. Έτσι ξεκίνησαν σαρανταπέντε χρόνια πνευματικής διδασκαλίας.

Ο Βούδας δίδαξε σε όλες τις τάξεις και τους τύπους ανδρών και γυναικών. Αρχικά μίλησε για τη «Μέση Οδό», το μονοπάτι που βρίσκεται ανάμεσα στα άκρα της ικανοποίησης των αισθήσεων και της αυτοκαταστροφής που είναι και τα δύο άχρηστα, υποτιμητικά και ασύμφορα. Στη συνέχεια εξήγησε ακριβώς τι ήταν η Μέση Οδός, δηλαδή η κατανόηση των «Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών» και τον τρόπο εφαρμογής της μέσω της «Ευγενούς Οκταπλής Ατραπού» προκειμένου, όπως και αυτός, να απελευθερωθεί το άτομο από την οδύνη. Σύντομα ο Βούδας συγκέντρωσε γύρω του μαθητές έτοιμους να παραιτηθούν από τα εγκόσμια για να ακούσουν τις διδασκαλίες του και να τις εφαρμόσουν στην πράξη. Έτσι γεννήθηκε η Sangha, η κοινότητα των βουδιστών μοναχών, η οποία από την αρχή στηρίχθηκε από μια μεγάλη κοινότητα λαϊκών.

Εν συνεχεία καθιέρωσε τη Μοναστική Κοινότητα (Order of the Sangha) πρώτα για τους μοναχούς και στη συνέχεια για τις μοναχές. Οι δύο πρώτες μοναχές ήταν η θετή του μητέρα  Μαχαπατζαπάτι Γκαουτάμα (Mahāpajāpatī Gotamī) και η πρώην σύζυγός του  Γιοσοντάρα (Yasodhara). Προέβλεψε ότι και οι δύο αυτές μοναχές θα γινόντουσαν με τον καιρό εξαίρετες δασκάλες, Μποντισάτβας (bodhisattvas) και Βούδες.

Σε ηλικία ογδόντα ετών ο Βούδας πέρασε στην Μεγάλη Απελευθέρωση, αυτό που οι βουδιστές αποκαλούν «Πλήρη Nirvana» (parinirvana), περικυκλωμένος από τους μαθητές του.

Οι ικανότητές του περιγράφονται στα κείμενα όπως το ότι είχε μνήμη των προηγούμενων ζωών του αλλά και των άλλων ανθρώπων, γνώριζε πώς να εξαλειφθούν οι λανθασμένες ιδιότητες του νου, είχε την ικανότητα να διαβάζει το μυαλό των άλλων, είχε πλήρη γνώση των λεπτομερών κανόνων του Κάρμα και της επαναναγέννησης, της φύσης των όντων, της περιπλοκότητας της συνειδητότητας και του διαλογισμού, των εμποδίων στην πορεία προς τη Φώτιση και γενικότερα είχε την πλήρη γνώση για τα πάντα σε όλους τους κόσμους της ύπαρξης.

Office Hours

Σάββατο: 14:30 - 17:00
Κυριακή: 17:30 - 20:00

Contact Us

Αποστόλου Παύλου 5,
Αγ. Παρασκευή 153 42, Αθήνα.
Τηλέφωνο: +30 694 144 7910

Theravada 2019 ©  All Rights Reserved.