Διαλογισμός

Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τις δραστηριότητές μας και τις εκδηλώσεις μας συμπληρώστε τα στοιχεία σας εδώ

* indicates required

Δεν υπάρχει διαλογισμός για αυτόν που στερείται σοφίας.
Και δεν υπάρχει σοφία για αυτόν που δεν διαλογίζεται.
Εκείνος όμως που διαλογίζεται και κατέχει σοφία
Είναι κοντά στο Νιμπάνα. (Dh 372)

Ο διαλογισμός παίζει κεντρικό ρόλο στη Διδασκαλία του Βούδα. Ο ίδιος ο Βούδας ήταν ο μεγαλύτερος διαλογιζόμενος που έχει δει ο κόσμος και η συνήθης στάση του, όπως απεικονίζεται σε αγάλματα κ.λπ., είναι η οκλαδόν διαλογιστική στάση. Τις αλήθειες που ανακάλυψε τις συνέλαβε μέσω βαθιού διαλογισμού, αναλυτικής παρατήρησης και μελέτης του νου και του υλικού σώματος — και ιδιαίτερα του νου με όλες τις ψευδαισθήσεις και την ταλαιπωρία που δημιουργεί — και της υπέρβασής τους μέσω της μη προσκόλλησης και της απελευθέρωσης, κάτι που κανένας δεν τόλμησε να κάνει.

Οι Τρεις Πρώτιστοι Τρόποι Διαλογισμού

Υπάρχουν τρεις πρώτιστοι τρόποι διαλογισμού:
«Ηρεμιστικός διαλογισμός» ως πρωταρχική πρακτική (samatha-pubbaṅgamaṃ),
«Διορατικός διαλογισμός» ως πρωταρχική πρακτική (vipassanā-pubbaṅgamaṃ), και
«Ηρεμιστικός & διορατικός διαλογισμός» σε συνδυασμό (samatha-vipassanaṃ yuganaddhaṃ).
(AN Yuganaddha-suttaṃ)

Ηρεμιστικός Διαλογισμός (samatha) ως Πρωταρχική Πρακτική

Ο ηρεμιστικός διαλογισμός οδηγεί στη βαθιά αυτοσυγκέντρωση (samādhi), στη νοητική αταραξία και στις εκστάσεις (jhāna). Ο διαλογιζόμενος που ασκείται σ’ αυτόν τον διαλογισμό ονομάζεται: «αυτός που έχει ως όχημα τον ηρεμιστικό διαλογισμό» (samatha-yānika).

Η θεμελιώδης αρχή στον ηρεμιστικό διαλογισμό είναι: η αυτοσυγκέντρωση (samādhi), ή η «εστίαση του νου» (cittassa ekaggatā) σε ένα αντικείμενο ή σε μια έννοια για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.  Η αυτοσυγκέντρωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στις εκστάσεις (jhānas) που μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον διορατικό διαλογισμό (vipassanā) τον οποίον  ανακάλυψε ο Βούδας και επέτυχε έτσι την τελική του Φώτιση.

Η Έκσταση (jhāna)

Οι σχολιαστές της Pāli παράγουν τη λέξη jhāna από τη ρίζα jhe που σημαίνει «μελετώ, διαλογίζομαι», και από την άλλη ρίζα jhā που σημαίνει «καίω». Έτσι jhāna σημαίνει: (α) «διαλογισμός σε ένα αντικείμενο» (ārammaṇ’ūpanijjhāna), ή (β) «κάψιμο αντιθετικών καταστάσεων» (paccanīka-jhāpana).

Οι αντιθετικές καταστάσεις είναι αυτές που αντιτίθενται στην αυτοσυγκέντρωση και αυτές είναι τα πέντε πνευματικά εμπόδια (nīvaraṇa), δηλαδή: (1) φιλήδονη επιθυμία, (2) θυμός, (3) νωθρότητα και νύστα, (4) ανησυχία και τύψη, και (5) αμφιβολία.

Μια άλλη λέξη που οι σχολιαστές της Pāli  χρησιμοποιούν για την jhāna είναι appanā, που σημαίνει «απορρόφηση» και που εξηγείται ως «προσήλωση/απορρόφηση της εστιασμένης σκέψης σε ένα αντικείμενο» (ekagga cittaṃ ārammaṇe appeti). Ως εκ τούτου, ένα Pāli-Αγγλικό λεξικό δίνει την έννοια της appanā ως «έκσταση» (ecstasy). (PTS Pāli-English Dictionary: appanā)

Αν και η λέξη jhāna δεν μπορεί να αποδοθεί κυριολεκτικά στα ελληνικά, μπορεί όμως να μεταφραστεί ως «έκσταση», [ἐξίστημι < ἐκ + ἵστημι], δηλαδή, «στάση έξω από», που είναι η πλήρης έξοδος ή αποχωρισμός του νου από τον κόσμο των αισθήσεων, από την ηδονική σφαίρα, και η ένωσή του, η απορρόφησή του σε ένα αντικείμενο αυτοσυγκέντρωσης.

Όπως περιγράφεται στα κείμενα Pāli , η jhāna (έκσταση) έχει τη δυνατότητα να υπερβεί την ηδονική σφαίρα (kāmāvacara) της συνείδησης και να φθάσει στη σφαίρα της λεπτοφυούς ύλης (rūpāvacara). Γενικά, η jhāna (έκσταση) είναι μια νοητική κατάσταση πέρα από τις πέντε αισθητηριακές λειτουργίες, και μπορεί να επιτευχθεί μόνο στην απομόνωση και στην ησυχία με την αδιάκοπη επιμονή στην πρακτική της αυτοσυγκέντρωσης. Σε αυτές τις καταστάσεις αναστέλλεται κάθε δραστηριότητα των πέντε αισθήσεων. Δεν εμφανίζονται εξωτερικές οπτικές ή ακουστικές εντυπώσεις, δεν γίνεται αντιληπτό κάποιο σωματικό αίσθημα. Μολονότι όμως όλες οι εξωτερικές αισθητηριακές εντυπώσεις έχουν σταματήσει, ο νους παραμένει ενεργός, απόλυτα άγρυπνος, ολότελα ξύπνιος και διαυγής, με πλήρη επίγνωση του αντικειμένου της αυτοσυγκέντρωσης και της εμπειρίας που προκύπτει απ’ αυτήν, όπως αγαλλίαση και ευδαιμονία.

Η ορθή αυτοσυγκέντρωση που προκύπτει από την επίτευξη της έκστασης περισυλλέγει το συνήθως διασκορπισμένο και διαλυμένο ρεύμα των νοητικών καταστάσεων και προκαλεί μια εσωτερική ενοποίηση. Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά ενός τέτοιου αυτοσυγκεντρωμένου νου είναι η αδιάσπαστη προσοχή σε ένα αντικείμενο και η συνακόλουθη ηρεμία των νοητικών λειτουργιών — ιδιότητες που τον διακρίνουν από τον μη συγκεντρωμένο νου.

Ο νους που είναι αγύμναστος στην αυτοσυγκέντρωση κινείται με διασκορπισμένο τρόπο, τον οποίον ο Βούδας παρομοιάζει με το τρέμουλο ενός ψαριού που έχει βγει από το νερό και έχει πεταχτεί στην ξηρά. Δεν μπορεί να μείνει ακίνητος, αλλά τρέχει από ιδέα σε ιδέα, από σκέψη σε σκέψη, χωρίς εσωτερικό έλεγχο. Ένας τέτοιος διασπασμένος νους είναι επίσης ένας νους με αυταπάτες. Κατακλυσμένος από ανησυχίες, βλέπει τα πράγματα μόνο τεμαχισμένα και παραμορφωμένα λόγω των διακυμάνσεων τυχαίων σκέψεων. Γι’ αυτό συμβουλεύει ο Βούδας:

«Αυτόν τον άστατο και ασταθή νου,
που είναι δύσκολο να προστατευθεί,
να εμποδιστεί και να δαμαστεί,
τον ισιώνει ο σοφός,
όπως ο τοξότης ένα βέλος.

Το δάμασμα του νου είναι καλό,
γιατί ένας δαμασμένος νους φέρνει ευτυχία». (Dh 33, 34)

Ο νους που έχει γυμναστεί και έχει δαμαστεί με την αυτοσυγκέντρωση μπορεί να παραμείνει εστιασμένος στο αντικείμενό του χωρίς διάσπαση της προσοχής. Με την προσήλωση του νου σε ένα επιλεγμένο αντικείμενο, όλη η διανοητική διάσπαση της προσοχής εξαλείφεται. Τα πνευματικά εμπόδια καταστέλλονται, ο νους επιτυγχάνει αταραξία και απορροφάται πλήρως στο αντικείμενό του.

Αυτή η ελευθερία από την διάσπαση της προσοχής προκαλεί περαιτέρω γαλήνη, αγαλλίαση και ευτυχία που κάνει τον νου αποτελεσματικό μέσο διείσδυσης στη σοφία και στην απελευθέρωση.

Ένας αρχάριος διαλογιζόμενος που φιλοδοξεί να επιτύχει τη jhāna μπορεί να επιλέξει ένα αρχικό αντικείμενο αυτοσυγκέντρωσης επί του οποίου προσηλώνει την προσοχή του. Αυτό το αντικείμενο μπορεί να είναι για παράδειγμα η αναπνοή στην άκρη της μύτης.

α) Ο διαλογιζόμενος επιλέγει έναν κατάλληλο χώρο, σε ένα δωμάτιο ή στο ύπαιθρο, όπου δεν υπάρχουν ενοχλήσεις από ανθρώπους και θορύβους.

β) Κάθεται οκλαδόν ή σε καρέκλα με την σπονδυλική στήλη ευθυτενή.

γ) Με κλειστά μάτια και κλειστό στόμα στρέφει την προσοχή του στην άκρη της μύτης, δηλαδή στο σημείο επαφής όπου ο αέρας αγγίζει τα ρουθούνια όταν εισέρχεται και εξέρχεται.

δ) Με εστιασμένη την προσοχή του σε αυτό το σημείο ο διαλογιζόμενος παρατηρεί την εισπνοή λέγοντας μέσα του «εισπνοή» όταν την νιώσει, και παρατηρεί την εκπνοή λέγοντας μέσα του «εκπνοή» όταν την νιώσει. Όταν εισπνέει μακρά λέει μέσα του «μακρά εισπνοή» και όταν εκπνέει μακρά λέει μέσα του «μακρά εκπνοή». Όταν εισπνέει σύντομα λέει «σύντομη εισπνοή» και όταν εκπνέει σύντομα λέει «σύντομη εκπνοή».

Αυτές οι λέξεις βοηθάνε αρχικά για να υπενθυμίζουν στον νου τι πρέπει να προσέχει. Αργότερα όταν ο νους του εξοικειωθεί, οι λέξεις μπορούν να παραλειφθούν. Είναι σημαντικό να μπορεί να νιώσει την εισπνοή και την εκπνοή με το να στρέφει τον νου του στο αίσθημα της επαφής του αέρα που αγγίζει τα ρουθούνια.

ε) Ο διαλογιζόμενος μπορεί σιγά-σιγά να αρχίσει να παρατηρεί ολόκληρη την εισπνοή από την αρχή μέχρι το τέλος, λέγοντας μέσα του: «αρχή, μέση, τέλος [της εισπνοής]», και να παρατηρεί ολόκληρη την εκπνοή από την αρχή μέχρι το τέλος λέγοντας μέσα του: «αρχή, μέση, τέλος [της εκπνοής]». Αυτό βοηθάει στην αίσθηση ολόκληρης της εισπνοής και εκπνοής και όχι τμηματικά, και συντελεί στη βαθιά αυτοσυγκέντρωση.

στ’) Κατά τη διάρκεια του διαλογισμού η αναπνοή πρέπει να παρατηρείται στον φυσιολογικό της ρυθμό χωρίς πίεση ή τροποποίηση από τον διαλογιζόμενο. Ο χρόνος του διαλογισμού μπορεί να αυξάνεται σταδιακά ξεκινώντας από 10’, 20’, 30’, 45′, 60′ για τους αρχάριους και μπορεί να διαρκέσει ώρες για τους πιο προχωρημένους. Συνήθως η καλή αυτοσυγκέντρωση αρχίζει μετά από 45’.

Εφόσον ο διαλογιζόμενος ασκείται σε καθημερινή βάση, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, στο κατάλληλο περιβάλλον και με τις κατάλληλες συνθήκες, θα αρχίσει να βλέπει ένα φως μπροστά στη μύτη του που σχετίζεται με την αναπνοή και που είναι το πρώτο σημάδι της αυτοσυγκέντρωσης (samādhi-nimitta). Αυτό το σημάδι λέγεται επίσης «επίκτητο σημάδι» (uggaha-nimitta) και είναι ακόμα ασταθές. Με την συνεχή αυτοσυγκέντρωση στην εισπνοή και εκπνοή, το φως γίνεται εντελώς ξεκάθαρο, ακίνητο και διαφανές. Αυτό προκύπτει από έναν υψηλότερο βαθμό αυτοσυγκέντρωσης και ονομάζεται «αντίγραφο σημάδι» (paṭibhāga-nimitta). Μόλις εμφανιστεί αυτό το σημάδι φτάνει κανείς στο στάδιο της «προσβάσιμης αυτοσυγκέντρωσης» (upacāra-samādhi) που είναι πολύ κοντά στη jhāna. Συνεχίζοντας με την αυτοσυγκέντρωση στην εισπνοή και εκπνοή, ο νους απορροφάται στο φως, που έχει γίνει πλέον ένα με την αναπνοή, και βυθίζεται σ’ αυτό. Αυτή είναι η στιγμή της επίτευξης της πρώτης jhāna.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το φως που βλέπει ο διαλογιζόμενος δεν είναι κάτι το μεταφυσικό ή το υπερφυσικό, αλλά είναι απλώς η ενέργεια του νου που παράγει φωτόνια στο σώμα και εκδηλώνεται με αυτόν τον τρόπο όταν επιτυγχάνεται έντονη αυτοσυγκέντρωση.

Το αντικείμενο της συνείδησης της jhāna είναι βασικά αυτή η νοερή εικόνα που ονομάζεται «αντίγραφο σημάδι» (patibhāga-nimitta). Το σημάδι αυτό θεωρείται ότι είναι ένα ιδεατό αντικείμενο (paññatti), αλλά γενικά προκύπτει ως μια φωτεινή μορφή ύλης και επομένως η jhāna ανήκει στη συνείδηση της λεπτοφυούς υλικής σφαίρας. Η jhāna τελικά είναι η πλήρης απορρόφηση της συνείδησης και των νοητικών παραγόντων μέσα στο «αντίγραφο σημάδι» (patibhāga-nimitta). Έχει πέντε σημαντικούς νοητικούς παράγοντες που ονομάζονται «πέντε μέλη της jhāna» (jhānaṅga), τα οποία είναι:

    1. ο λογισμός (vitakka) που επιθέτει τους σχετικούς νοητικούς παράγοντες στο αντικείμενο της αυτοσυγκέντρωσης,
    2. ο συλλογισμός (vicāra) που τους διατηρεί εκεί,
    3. η αγαλλίαση (pīti) που φέρνει την ευχαρίστηση για το αντικείμενο,
    4. η ευδαιμονία (sukha) ως το αίσθημα της βίωσης της ευτυχίας μέσα στην jhāna, και
    5. η εστίαση του νου (ekaggatā) που έχει την ικανότητα της συνένωσης των νοητικών παραγόντων στο αντικείμενο αυτοσυγκέντρωσης.

Αυτή είναι η περιγραφή της πρώτης jhāna. Όταν ο διαλογιζόμενος συνεχίσει να την επιτυγχάνει και να εισέρχεται σ’ αυτήν επανειλημμένα, τότε ο λογισμός (vitakka) και ο συλλογισμός (vicāra) αρχίζουν να του φαίνονται χονδροειδείς και ο νους του κλίνει περισσότερο προς την αγαλλίαση και την ευδαιμονία που του φαίνονται πιο λεπτοφυείς και ευχάριστες. Με τον καιρό ο νους του αποσπάται από τον λογισμό και τον συλλογισμό με αποτέλεσμα να επιτύχει την δεύτερη jhāna που έχει το «αντίγραφο σημάδι» ως αντικείμενο προσοχής και μόνο την αγαλλίαση (pīti), την ευδαιμονία (sukha) και την εστίαση του νου ως μέλη.

Όταν συνεχίσει να επιτυγχάνει την δεύτερη jhāna και να εισέρχεται σ’ αυτήν επανειλημμένα, τότε η αγαλλίαση (pīti) αρχίζει να του φαίνεται χονδρoειδής και ο νους του κλίνει περισσότερο προς την ευδαιμονία (sukha) που του φαίνεται πιο λεπτοφυής και ευχάριστη. Με τον καιρό ο νους του αποσπάται από την αγαλλίαση με αποτέλεσμα να επιτύχει την τρίτη jhāna που έχει το «αντίγραφο σήμα» ως αντικείμενο προσοχής και μόνο την ευδαιμονία (sukha) και την εστίαση του νου ως μέλη.

Όταν συνεχίσει να επιτυγχάνει την τρίτη jhāna και να εισέρχεται σ’ αυτήν επανειλημμένα, τότε η ευδαιμονία (sukha) αρχίζει να του φαίνεται χονδροειδής και ο νους του κλίνει περισσότερο προς την εστίαση του νου που του φαίνεται πιο λεπτοφυής και ευχάριστη. Με τον καιρό ο νους του αποσπάται από την ευδαιμονία με αποτέλεσμα να επιτύχει την τέταρτη jhāna που έχει το «αντίγραφο σημάδι» ως αντικείμενο προσοχής και μόνο την εστίαση του νου και την πνευματική ηρεμία (upekkhā) ως μέλη.

Η διαφορά μεταξύ της αγαλλίασης, ευδαιμονίας και πνευματικής ηρεμίας μπορεί να κατανοηθεί με το ακόλουθο παράδειγμα. Αν κάποιος, διψασμένος και εξαντλημένος σε μια έρημο, έβλεπε μια λίμνη στην άκρη μιας όασης, θα ένιωθε αγαλλίαση ή χαρά (pīti). Αν όμως πήγαινε στη λίμνη και έπινε το δροσερό νερό απολαμβάνοντάς το, θα ένιωθε ευδαιμονία ή ευτυχία (sukha). Αν έσβηνε τη δίψα του και καθόταν κάτω από την σκιά των δένδρων της όασης να αναπαυθεί, θα ένιωθε πνευματική ηρεμία (upekkhā).

‘Έτσι, η αγαλλίαση είναι η ευχαρίστηση που νιώθει κανείς από την απόκτηση ενός επιθυμητού αντικειμένου, ενώ ευδαιμονία είναι η πραγματική εμπειρία που βιώνει όταν το αποκτήσει. Όπου υπάρχει αγαλλίαση, υπάρχει και η ευδαιμονία. Αλλά όπου υπάρχει η ευδαιμονία δεν υπάρχει απαραιτήτως η αγαλλίαση, όπως στην περίπτωση της τρίτης jhāna.

Η Φύση των Εκστάσεων

Παρόλο που οι εκστάσεις είναι πανευτυχείς και μακάριες εμπειρίες, πρέπει να ειπωθεί μολαταύτα ότι τους λείπει η σοφία της διορατικότητας και έτσι δεν επαρκούν για την επίτευξη της τελικής απελευθέρωσης και φώτισης. Οι ίδιες είναι παροδικές επιτεύξεις. Ο υψηλός όμως βαθμός αυτοσυγκέντρωσης, που αφενός κατευνάζει τα πέντε πνευματικά εμπόδια (nīvaraṇa) και αφετέρου παράγει βαθιά ηρεμία και αταραξία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον διορατικό διαλογισμό (vipassanā).

Διορατικός Διαλογισμός (vipassanā) ως Πρωταρχική Πρακτική

Αυτός ο διαλογισμός οδηγεί στη διορατικότητα των τριών κεντρικών χαρακτηριστικών της ύπαρξης: την παροδικότητα (anicca), την ταλαιπωρία (dukkha) και τον μη εαυτό (anatta). Ο διαλογιζόμενος που αρχικά ασκείται σ’ αυτόν τον διαλογισμό ονομάζεται «αυτός που έχει ως όχημα τον διορατικό διαλογισμό» (vipassanā-yānika), ή «αυτός που ασκείται στην σκέτη (αμιγή) διόραση» (sukkha-vipassaka). Αυτός, δηλαδή, δεν έχει επιτύχει κάποια jhāna αλλά εφαρμόζει απευθείας τον διορατικό διαλογισμό και επιτυγχάνει το Νιμπάνα.

Η θεμελιώδης αρχή του διορατικού διαλογισμού (vipassanā) είναι: η παρατήρηση και η μελέτη του νου και της ύλης, που αποτελούν το σύνολο της ύπαρξης, και της πραγματικής φύσης τους που δεν είναι παρά η έγερση (samudaya) και η παρακμή (vaya), δηλ. η παροδικότητά τους.

Η έγερση και η παρακμή είναι το χαρακτηριστικό ενός φαινομένου που είναι παροδικό, προσωρινό, σύντομο, πρόσκαιρο, στιγμιαίο, φευγαλέο, περαστικό, ασταθές και όχι μόνιμο. Και αυτό το χαρακτηριστικό επικρατεί και είναι πανταχού παρόν σ’ όλα τα υλικά και νοητικά φαινόμενα.

Έτσι, ο σκοπός του διορατικού διαλογισμού είναι ουσιαστικά να εμβαθύνει κανείς στην κατανόηση των τριών κεντρικών χαρακτηριστικών της ύπαρξης:

Α. Την παροδικότητα (anicca) των νοητικών και υλικών φαινομένων που έχουν την φύση της έγερσης και παρακμής.

Β. Την ταλαιπωρία, τον πόνο ή την οδύνη (dukkha) λόγω της καταπιεστικής φύσης όλων των νοητικών και υλικών φαινομένων που καταβάλλονται συνεχώς από την έγερση και την παρακμή, και γίνονται έτσι η βάση της ταλαιπωρίας, της οδύνης και του πόνου μέσα στον ασταθή κόσμο.

Γ. Τον μη-εαυτό, την μη-ψυχή, την μη εγωικότητα (anattā) που επισημαίνει ότι σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει τίποτε αιώνιο ή αμετάβλητο στην ανθρώπινη φύση το οποίο μπορεί κανείς να αποκαλέσει «εαυτό», «ψυχή» ή «εγώ», και να αγκυροβολήσει μια σταθερή αίσθηση του «εγώ». Η όλη έννοια του «εγώ» είναι στην πραγματικότητα μια βασικά λανθασμένη ιδέα που προσπαθεί να εγκατασταθεί σε ένα ασταθές και προσωρινό συνάθροισμα υλικών και νοητικών στοιχείων.

Αυτή η κατανόηση των τριών υπαρξιακών χαρακτηριστικών συντελεί στο να παραμένει κανείς ανεξάρτητος (anissito) και να μην προσκολλάται σε τίποτε στον κόσμο (na ca kiñci loke upādiyati).

Ανεξάρτητος σημαίνει ότι δεν εξαρτάται από την επιθυμία (taṇhā) και τις θεωρίες ή τις απόψεις (diṭṭhi) για οποιοδήποτε φαινόμενο. Και το ότι δεν προσκολλάται σε τίποτε στον κόσμο σημαίνει ότι δεν προσκολλάται σε κανένα σώμα, αίσθημα, σκέψη, συνείδηση και νοητικό φαινόμενο ότι «αυτό είναι ο εαυτός μου» ή ότι «αυτό να ανήκει στον εαυτό μου».

Κατανοεί ότι στην υπέρτατη πραγματικότητα (paramattha-sacca) υπάρχουν μόνο διαδικασίες υλικών και νοητικών φαινομένων που συνεχώς εγείρονται και παρακμάζουν σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες (hetu-paccaya) — όχι ένα ον, όχι ένα άτομο, όχι γυναίκα, όχι άνδρας, όχι εαυτός, όχι κάτι που ανήκει σ’ έναν εαυτό, όχι εγώ και όχι δικό μου, όχι κάποιος και όχι κάτι που ανήκει σε κάποιον.

Οι λέξεις «εαυτός», «ψυχή», «προσωπικότητα», «εγώ», «άτομο», «άνθρωπος», «γυναίκα» κ.λπ., δεν είναι παρά απλές συνηθισμένες εκφράσεις· σχετικές, εθιμοτυπικές, συμβατικές αλήθειες (samutti-sacca). Σε τελική ανάλυση όλα είναι μια διαδικασία αιτιών και συνθηκών και των επιδράσεων των αιτιών και συνθηκών.

Η αιτιοκρατία και η συνθηκοκρατία (η εξάρτηση από τις συνθήκες) είναι αναπόσπαστα μέρη της ύπαρξης. Όλα τα φαινόμενα παράγονται από έναν συνδυασμό αιτιών και συνθηκών. Δεν είναι απόλυτα, αυθύπαρκτα, αμετάβλητα, ανεξάρτητα και άσχετα με τα άλλα πράγματα. Αποτελούνται, συγκροτούνται, διαμορφώνονται, σχηματίζονται, πλάθονται, και δημιουργούνται από συνθήκες. Εξαρτώνται και αλληλεξαρτώνται από συνθήκες. Γι’ αυτό λέγονται αιτιοκρατούμενα και συνθηκοκρατημένα (εξαρτώμενα από τις συνθήκες). Και όλες οι αιτίες και οι συνθήκες συνεχώς εγείρονται και παρακμάζουν σύμφωνα με άλλες συνθήκες και αιτίες.

Τοιουτοτρόπως, η θεμελιώδης αρχή του διορατικού διαλογισμού με την παρατήρηση της έγερσης και της παρακμής αποκαλύπτει επίσης ότι η φύση των αιτιών και συνθηκών είναι παροδική, προσωρινή, σύντομη, πρόσκαιρη, στιγμιαία, φευγαλέα, περαστική, ασταθής  και όχι μόνιμη.

Αυτό συντελεί στην εξάγνιση (visuddhi) του νου από τα πάθη, κ.λπ. που φέρνουν ταλαιπωρία και οδύνη με το να προσκολλάται κανείς σε ασταθή φαινόμενα, και επομένως συντελεί στην υπερνίκηση της λύπης και του θρήνου, στην εξαφάνιση του πόνου και της θλίψης, στην επίτευξη της πραγματικής μεθόδου και στην πραγμάτωση του Nibbāna, της απόλυτης μακαριότητας, μιας ιδεώδους κατάστασης ισορροπίας που υπερβαίνει τον επώδυνο κύκλο της επαναγέννησης και του θανάτου.

Σχετικά με αυτό το χαρακτηριστικό της έγερσης και της παρακμής ο Βούδας λέει:

«Ακόμη και αν ήταν να ζούσε κάποιος εκατό χρόνια
δίχως να βλέπει την έγερση και την παρακμή,
μια ημέρα ζωής είναι καλύτερη για εκείνον
που βλέπει την έγερση και την παρακμή
(udaya-vaya)».                            (Dh 113)

Και τα τελευταία λόγια του Βούδα ήταν:

«Όλα τα φαινόμενα έχουν την φύση της παρακμής (vaya-dhamma).
Προσπαθήστε να το καταλάβετε αυτό με επιμέλεια». (DN 16)
Και εκείνοι που έχουν επιτύχει το πρώτο στάδιο της φώτισης και ονομάζονται «Εισερχόμενοι στο ρεύμα» (Sotāpanna), είναι αυτοί που έχουν κατανοήσει αυτήν τη θεμελιώδη αρχή:
«Ό,τι έχει την φύση της έγερσης,
αυτό εξ’ ολοκλήρου έχει και τη φύση της παύσης, της παρακμής».

‘‘Yaṃ kiñci samudayadhammaṃ,
sabbaṃ taṃ nirodhadhamman’ti.”

Αυτή η κατανόηση ονομάζεται «Οφθαλμός της Διδασκαλίας» (dhamma-cakkhu). Η Διδασκαλία (dhamma) που αναφέρεται εδώ είναι οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες. Έχοντας δει αυτές τις Αλήθειες μέσω της παρατήρησης της έγερσης και της παρακμής, ο διαλογιζόμενος έχει αποκόψει τον δεσμό της σκεπτικιστικής αμφιβολίας και κατέχει τώρα την ορθή νόηση που είναι άριστη και απελευθερωτική, οδηγώντας στην πλήρη κατάπαυση του πόνου και της ταλαιπωρίας. Αυτή η κατάπαυση προκύπτει λόγω της μη προσκόλλησης στο υλικό σώμα, στα αισθήματα, στη σκέψη, στη συνείδηση και στα νοητικά φαινόμενα σαν να είναι ο εαυτός μου ή σαν να ανήκουν στον εαυτό μου.

Έτσι, η εξάσκηση στον διορατικό διαλογισμό έχει ως στόχο την κατανόηση σε πολύ βαθύ επίπεδο των Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών που αποτελούν την ουσία των διδασκαλιών του Βούδα. Ο Βούδας είπε ότι η πλήρης γνώση και κατανόηση των Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών είναι αυτή που οδηγεί στην Μεγάλη και Τελική Απελευθέρωση ή τη Φώτιση, το Νιμπάνα.

Ηρεμιστικός & Διορατικός Διαλογισμός σε Συνδυασμό

Αυτός ο διαλογισμός συνδυάζει τον ηρεμιστικό με τον διορατικό διαλογισμό. Όπως προαναφέρθηκε, παρόλο που ο ηρεμιστικός διαλογισμός επιφέρει τις εκστάσεις (jhāna) που είναι πανευτυχείς και μακάριες εμπειρίες, ωστόσο δεν μπορεί να επιφέρει την επίτευξη της τελικής απελευθέρωσης και φώτισης, το Νιμπάνα. Επομένως, ο διαλογιζόμενος πρέπει να τον συνδυάσει με τον διορατικό διαλογισμό.

Έτσι, όταν ο διαλογιζόμενος επιτυγχάνει την πρώτη έκσταση (jhāna), εξέρχεται από αυτήν και αμέσως μετά διαλογίζεται διορατικά, με την παρατήρηση και τη μελέτη, στα νοητικά και σωματικά φαινόμενα που συνέβησαν κατά τη διάρκειά της. Κατόπιν επιτυγχάνει τη δεύτερη έκσταση και κάνει το ίδιο, μετά την τρίτη … την τέταρτη και κάνει ίδιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδυάζει και τους δύο διαλογισμούς για την επίτευξη της τελικής απελευθέρωσης και φώτισης, το Νιμπάνα.